Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

THE SOUND EXPLOSION ένα έξοχο garage-punk comeback

Θυμάμαι τους Sound Explosion από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 – από τα live και τους δίσκους τους (LP και 45άρια). Καθαρό και αμόλυντο garage-punk, ναι μεν στο πέρας της «αναβίωσης», αλλά πάντα με δύναμη και με πάθος παιγμένο και με πολλές και ωραίες (να το λέμε και τούτο) ελληνικές αναφορές (“Hopeless endless way” / Olympians, “Misirlou the Greek” κ.λπ.), που για ’μας είχαν, έχουν και θα έχουν και αυτές το νόημά τους. Οι άνθρωποι ζούσαν για ’κείνο που έκαναν, τα έδιναν όλα στη σκηνή και τα βινύλια, ο κόσμος από κάτω όχι απλώς γούσταρε μα παραληρούσε… και καθώς τα χρόνια κυλούσαν η μπάντα θα ετοποθετείτο από την ιστορία σ’ ένα άλλο επίπεδο, όπως συχνά συμβαίνει. Σ’ εκείνο του δικού μας rock nroll… μύθου. Δεν ξέρω αν είναι βαριά η κουβέντα, όμως αυτό που συνέβη με την πρόσφατη δισκογραφική και συναυλιακή επανεμφάνιση των Sound Explosion κάτι τέτοιο φανερώνει. Ο κόσμος… σαν έτοιμος από καιρό. Κι έτσι, με το που έσκασαν τα νέα άρχισε να ξετυλίγεται το σχετικό πανηγύρι σε όλες τις διαστάσεις του. Αρκεί να δει κανείς τι ειπώθηκε και τι γράφτηκε στα μίντια για τους Sound Explosion, ώστε να αντιληφθεί του λόγου το αληθές. Το χάρηκε το συγκρότημα, το χάρηκαν οι φίλοι του, το χαίρεται και η απανταχού garage κοινότητα, με το «διαμάντι» που κυκλοφόρησε (LP και CD) από την Lost in Tyme εσχάτως.
Τι να πει κανείς για το The Explosive Sounds ofThe Sound Explosion; Ό,τι και να πεις θα είναι μικρό και λίγο μπροστά σ’ εκείνο που ξεχύνεται από τα ηχεία, καταβροχθίζοντας τα πάντα στο πέρασμά του – και βασικά εκείνη την πομφόλυγα που θέλει το rock nroll να έχει προ πολλού πεθάνει. Τρίχες…
Να πω λοιπόν και κατ’ αρχάς πως ο τίτλος του άλμπουμ με παρέπεμψε αμέσως στο “The Explosive Sound of the Atlantics” (1964), στο αριστούργημα των Αυστραλών Atlantics (με τους δύο συμπατριώτες μας στη σύνθεσή τους – να μην το ξεχνάμε αυτό) και πως από το cover ήδη η σιξτίλα και η αναβιωτική εϊτίλα είναι παντού και οπουδήποτε, ώστε να μην έχει κανένας την παραμικρή αμφιβολία γύρω από το τι ακριβώς πρόκειται κι εδώ ν’ ακολουθήσει.
Κι έτσι, κι ενώ κυλάει το “The Explosive Sounds ofThe Sound Explosion”, αρχίζω να σκέφτομαι πως δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να γράψεις οτιδήποτε, ούτε να αναλύσεις, ούτε να εξηγήσεις, ούτε άλλα τέτοια ουτιδανά, καθώς οι δεκατέσσερις garage δυναμίτες του δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης –έστω και του παραμικρού– της αγνότητας, της δύναμης και της λειτουργικότητας του rock nroll. Όταν κάτι σε ξεπερνάει οφείλεις να κάνεις, απλώς, στην άκρη…
Το «εύγε» να πω μόνο στους ανθρώπους που συνέταξαν αυτό το θησαυρό –στα μέλη του γκρουπ πρωτίστως (Γιάννης Αλεξόπουλος κιθάρες, φωνή, Δημήτρης Δημόπουλος μπάσο, φωνητικά, Στέλιος Ασκοξυλάκης φαρφίζα, φωνητικά, Σταύρος Δακτυλάς ντραμς, κρουστά), μα και στην Lost in Tyme περαιτέρω–, κάνοντας σαφέστερη την ύστερη προτροπή μου προς όλες και όλους. Ακούστε αυτόν το δίσκο.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 97

23/5/2018
Πέθανε ο Philip Roth, για κάποιους, για πολλούς, ο μεγαλύτερος συγγραφέας της σύγχρονης Αμερικής.
Στην Ελλάδα κυκλοφορούν πολλά βιβλία του, που τυπώθηκαν σχεδόν όλα τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Αργήσαμε να τον πάρουμε χαμπάρι δηλαδή. Πάντως το πρώτο(;) ελληνικό του ήταν το Η Nόσος του Πόρτνοϋ [Γράμματα, 1980], ένα βιβλίο που το είχα διαβάσει στα μέσα των 80s κι είχα πάθει πλάκα. Απίστευτη αφήγηση γύρω από το σεξ, τον αυνανισμό και τις πάσης φύσεως σχετικές ενοχές και εμμονές – μια εκπληκτική εκλαΐκευση του φροϋδισμού, με οξύτητα, με πνεύμα, με χιούμορ, που είχε αναστατώσει την Αμερική (όταν κυκλοφόρησε εκεί το 1969). Για την Ελλάδα δεν ξέρω…
Ίσως η πιο παλιά μετάφραση Roth στην Ελλάδα να είναι η Φανταστική συνομιλία ενός καλού πολίτη με τον πρόεδρο Νίξον, που είχε τυπωθεί στο περιοδικό Λωτός (τεύχος 2-3) το 1971 (τόσο παλαιά!). Απίστευτο κείμενο, που έκανε με τα κρεμμυδάκια τον ανεκδιήγητο και πολεμοχαρή Nixon, μέσα στην κορύφωση του δράματος στο Βιετνάμ. 

20/5/2018
Μεγαλώσαμε με τη βία του Μπαρμπαγιώργου… Πού ήταν οι παιδοψυχολόγοι, όταν μας διαπαιδαγωγούσε ο Ευγένιος Σπαθάρης;

20/5/2018
Παλιά, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, υπήρχαν οι Εικόνες της Ελένης Βλάχου που έγλειφαν ολημερίς και ολονυχτίς τους βασιλιάδες όπου γης. Τηλεόραση δεν υπήρχε κι έτσι όσοι σώφρονες άνθρωποι ήθελαν ν’ αποφύγουν οποιαδήποτε καθημερινή επαφή με τον… υψηλότατο βούρκο, μπορούσαν μάλλον άνετα να το πράξουν. 
Τώρα, με το ίντερνετ, ξέχασέ το. Έτσι για πλάκα να το ανοίξεις είσαι υποχρεωμένος να γευτείς την μπουρδολογία τη σχετική με τους γάμους του κάθε χαραμοφάη. 
Εγώ αυτό το αποκαλώ «βία», ύπουλη και υποδόρια, με αφάνταστες συνέπειες για την υγεία μας ως κοινωνία.

19/5/2018 
Δεν πίνει μπύρα. Πίνει φρέντο χωρίς καλαμάκι, για να... προστατεύσει το περιβάλλον. Νερό όμως πίνει από πλαστικό μπουκάλι 

19/5/2018
Υπάρχουν κάποιοι που τους αρέσει να τους βρίζουν ή να γελάνε μαζί τους. Δεν εξηγείται αλλιώς...

18/5/2018
Εντάξει, ο άνθρωπος μπορεί να βρισκόταν σε σύγχυση, μπορεί να παρέπαιε κάπου ανάμεσα στην αισθητική μαυρίλα του ναζισμού και την αθεράπευτη έλξη του προς τον κοινωνικό μηδενισμό, είχε όμως το ταλέντο να γράφει δυνατά τραγούδια. Μέσα απ’ αυτό το σκοτάδι, εννοώ, είχε τον τρόπο να βγάζει προς τα έξω τα πεισιθάνατα αισθήματά του μ’ έναν ώριμο καλλιτεχνικά τρόπο.
Κάποτε είχα όλους του δίσκους των Joy Division. Από τις αρχές του ’90 όμως δεν έχω ούτε έναν…

18/5/2018
Έγινε κάποιος ντόρος εσχάτως γύρω από τον Σταμάτη Σπανουδάκη, με αφορμή κάτι συναυλίες του στο Παλλάς, στις οποίες παραβρέθηκαν ανάμεσα σε άλλους ο φίλος του ο… Καραμαλής με τη γυναίκα του Νατάσα και λοιπά και λοιπά.
Είναι πολλοί εκείνοι που θάβουν τον Σπανουδάκη επειδή δηλώνει χριστιανός, κι επειδή εμπνέεται για να φτιάξει τις μουσικές του από τις λεγόμενες «μεγάλες ιδέες». Επίσης, επειδή λέει αυτά που λέει…
Δεν θεωρώ σοβαρούς αυτούς τους λόγους, προκειμένου να συνταχθεί οποιαδήποτε κριτική πάνω στο έργο του. Θετική ή αρνητική. Το θέμα είναι αν οι μουσικές του έχουν καλλιτεχνική αξία και αν κινητοποιούν συναισθήματα. Αυτό, εμένα, με νοιάζει κατ’ αρχάς.
Εγώ δεν τις βρίσκω κακές τις… εθνικιστικές μουσικές του Σπανουδάκη. Ακούγονται. Και ορισμένες φορές είναι μάλιστα και εμπνευσμένες, γιατί ο Σπανουδάκης είναι πολύ καλός μουσικός και δυνατός μελωδός – κάτι που το αποδεικνύει περισσότερο από 50 χρόνια τώρα.
Εντάξει, κι εμένα τα τραγούδια του από τα οποία τον έμαθε ο κόσμος (εκείνα που είπαν ο Πάριος, η Βιτάλη, η Αρβανιτάκη, ο Γαϊτάνος…) δεν μου λένε απολύτως τίποτα, κυρίως γιατί οι στίχοι τους έχουν έναν αισθητισμό, μιαν επιτηδευμένη ρομαντικότητα που μ’ ενοχλεί, αλλά με τις μουσικές του δεν συμβαίνει το ίδιο.
Ο Σπανουδάκης έχει συνθέσει π.χ. εξαιρετικά σάουντρακ, στη δεκαετία του ’70 έβγαλε πολύ καλούς δίσκους (μάλλον από καλούς μέχρι φοβερούς) και όταν ήταν 18 χρονών είχε γράψει και τραγουδήσει αυτό το κομματάκι…
Για βρείτε μου έναν Έλληνα 18άρη, σήμερα, που να μπορεί να γράψει κάτι ανάλογο σε αξία… Ας είναι και χιπχόπ, ας είναι κι ό,τι παπαρία να ’ναι…

ΑΜÉLIA MUGE – ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΟΥΚΟΒΙΚΑΣ αρχιπέλαγος

Δεν είμαι σίγουρος πόσες εγγραφές του Μιχάλη Λουκοβίκα έχω ακούσει – έχω ακούσει όμως, σίγουρα, το άλμπουμ του «Το Χρυσάφι Τ’ Ουρανού» (2008), για το οποίο πρέπει να είχα γράψει καλά λόγια, παλαιά, στο Jazz & Τζαζ. Τώρα, μετά από δέκα χρόνια δηλαδή, έρχομαι ξανά σ’ επαφή μ’ ένα άλμπουμ του Μιχάλη Λουκοβίκα, το Archipelagos [Periplus (AMML), 2017], το οποίο μοιράζεται ο έλληνας συνθέτης με την πορτογαλίδα τραγουδίστρια, εικαστικό και μουσικό Amélia Muge. Ο τίτλος του άλμπουμ υπονοεί οπωσδήποτε και το concept που εδώ ακολουθείται, το οποίο, χοντρικά, αφορά σε μια μουσική περιδιάβαση που ξεκινά από τα πορτογαλικά παράλια (του Ατλαντικού), φθάνοντας έως και τα ανατολικά παράλια της Μεσογείου. Ένα φανταστικό αρχιπέλαγος, δηλαδή, που αποκτά κοινά «πατήματα» μέσα από τα λόγια και τους ήχους. Σ’ αυτό το ταξίδι των Muge-Λουκοβίκα συμπαρίστανται… δεκάδες μουσικοί, από τους οποίους κάποιοι είναι βασικοί, κάποιοι guests και κάποιοι επιπρόσθετοι. Οι βασικοί πάντως είναι οι ακόλουθοι: Amélia Muge φωνή, κιθάρα, braguesa, κρουστά, Μιχάλης Λουκοβίκας φωνή, ακορντεόν, ηχητικά εφφέ, Μάνος Αχαλινωτόπουλος κλαρίνο, φωνή, Κυριάκος Γκουβέντας βιολί, βιόλα, Χάρης Λαμπράκης νέυ, φλογέρα με ράμφος, Maria Monda τρίο (Sofia Adriana Portugal, Susana Quaresma, Tânia Cardoso), Δημήτρης Μυστακίδης κιθάρα, μπουζούκι, μπαγλαμάς, τζουράς, Ricardo Parreira πορτογαλική κιθάρα, António Quintino κοντραμπάσο, Filipe Raposo πιάνο, ακορντεόν, συνθετητές και José Salgueiro, κρουστά.
Οι μουσικές του «Αρχιπελάγους» δεν είναι εύκολο να περιγραφούν, καθότι, ταυτιζόμενες με τους γεωγραφικούς σταθμούς ενός τέτοιου ταξιδιού, αποκτούν, κάθε φορά, και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Το να γράψεις “ethnic”, λοιπόν, είναι βεβαίως κάτι απλό και ενδεχομένως «σωστό» –αν το ethnic ιδωθεί όχι ως μια ταμπέλα, προκειμένου κάτι να πουληθεί, αλλά ως μια σοβαρή απόπειρα να αναδυθούν και να αναδειχτούν μουσικές μιας ευρύτερης περιοχής, προφανούς αισθητικής αξίας–, αλλά από την άλλη (το ethnic) δεν μπορεί παρά να είναι και περιοριστικό, επειδή το concept στο «Αρχιπέλαγος» δεν έχει να κάνει μόνο με τις μουσικές. Σ’ αυτήν την περιδιάβασή τους, λοιπόν, ο Λουκοβίκας και η Muge μετέρχονται δείγματα ή σπαράγματα έργων διαφόρων δημιουργών (ποιητές, λογοτέχνες και μουσικοί φυσικά), από διαφορετικά μέρη ή ιστορικές εποχές, που τους έχουν επηρεάσει σ’ αυτή τη συγκρότηση τού οράματός τους. Ανάμεσά τους και οι Τούντας, Τσιτσάνης, Μητσάκης, Saramago, Violeta Parra, Pessoa, Hölderlin, Ευριπίδης κ.ά.
Έτσι, και πάρα το γεγονός πως υπάρχει ένα πλήθος υπαινιγμών και πασίδηλων επιρροών στα τραγούδια του «Αρχιπελάγους», εντούτοις το τελικό αποτέλεσμα δεν μοιάζει, ούτε είναι, έρμαιο όλων αυτών (των αναφορών). Υπάρχει συνοχή, θέλω να πω, και σοβαρή προσπάθεια να ενσωματωθούν τα πάντα (από fados, μέχρι λαϊκο-ρεμπέτικα, και από τα δικά μας δημοτικά μέχρι τα διάφορα και κατά τόπους φολκλορικά) σ’ ένα σώμα, μέσα από μια χαλαρή, αλλά ουσιαστική αιτιολόγηση, που έχει να κάνει με το μουσικό και τραγουδιστικό πάθος, τη μελέτη και τον σεβασμό όλων αυτών των ποικιλώνυμων παραδόσεων.
Το σοβαρό αποτέλεσμα και η δουλειά, που τρέχει πίσω από το «Αρχιπέλαγος»,  φαίνεται παντού, και ειδικότερα σε μερικά από τα τραγούδια, που έτσι κι αλλιώς θα τα χαρακτήριζα καταπληκτικά. Ανάμεσά τους τα “The hours (As horas)”, “Uma ilha, Utopia”, “Um início” και “Nostalgia: Cantar de emigração”.
Να πούμε, τέλος, πως τo άλμπουμ κυκλοφορεί σε συσκευασία διπλού CD. Τo ένα είναι το “Archipelagos”, ενώ το δεύτερο αφορά σ’ ένα πολυσέλιδο τρίγλωσσο booklet (χρησιμότατο, όσον αφορά στην ανάγνωση του συνολικότερου project).

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

ΧΑΡΡΥ ΚΛΥΝΝ οι αμερικάνικες επιρροές και η πορεία του στην εποχή των μνημονίων

Σε σχέση πάντα με τον Χάρρυ Κλυνν να πούμε και το μέσες-άκρες γνωστό πως καλλιτεχνικά ανδρώθηκε στην Αμερική, στα underground μαγαζιά της Νέας Υόρκης, του Σικάγου και του Μόντρεαλ, πέφτοντας μέσα στην ακμή τής πάντα πολιτικά ανορθόδοξης stand-up comedy (στο καθοριστικό διάστημα για τα πάντα-όλα, από τα late sixties μέχρι και τα early seventies).
Οι βασικές του επιρροές δεν ήταν οι δικοί μας κωμικοί του ’50 και του ’60 (φυσικά), αλλά ο Lenny Bruce (που πιθανώς να τον είδε και ζωντανό), ο George Carlin και κυρίως και πάνω απ’ όλους ο μαύρος κωμικός και πολιτικο-κοινωνικός ακτιβιστής Dick Gregory. Από τον Gregory πήρε ο Χάρρυ Κλυνν το δούναι και λαβείν του μονολόγου, την επικοινωνία με το κοινό δηλαδή, και τον τρόπο μέσω του οποίου θα επιτυγχανόταν η λεκτική κορύφωση, που θα πυροδοτούσε και τη γενικότερη έκρηξη (του ακροατηρίου).
Είναι κρίμα που δεν μπόρεσε να κάνει δίσκο στην Αμερική ο Χάρρυ Κλυνν, γιατί αυτό το ατρόμητο λεκτικό ταμπεραμέντο του στην Ελλάδα καταγράφηκε μόνο στις «παράνομες» κασέτες του.
Για τις δύο ουδέτερες αναρτήσεις που έκανα για τον Χάρρυ Κλυνν στο facebook (η πρώτη με το cover του βιβλίου του στον Κάκτο και η δεύτερη για την αμερικάνικη περιπέτειά του) έλαβα πάνω από 350 likes (συνολικά). Όμως για την τρίτη και μάλλον τελευταία θα λάβω πολύ λιγότερα. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα…
Λοιπόν, εμένα δεν με ξένιζαν καθόλου τα «εμπρηστικά» κείμενα του Χάρρυ Κλυνν (έτσι τα αποκαλούν οι φιλελέρες και οι comme il faut του Κολωνακίου), στο προσωπικό του μπλογκ, βασικά στην εποχή του μνημονίου. Ούτε έχω να του προσάψω κάτι. Καλά έκανε και τα ’χωνε στους Σαμαροβενιζέλους, στα Ποτάμια, στους Μπουτάρηδες, στους κλέφτες των βοθροκάναλων και στις λέρες τους δανειστές. Γιατί ο Χάρρυ Κλυνν δεν είχε συνηθίσει να κρατάει το στόμα του κλειστό, όταν ακόμη, στην Ελλάδα, βασίλευε η λογοκρισία… θα το κρατούσε τώρα;  
Εντάξει, υποστήριζε τον αντιμνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ φανερά τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι του 2015 και πιο μετά τον μνημονιακό πια – αν και ο χαμός του γιού του (τον Ιούνιο του ’16) θα πρέπει να είναι ένα όριο, όσον αφορά στο τι γνωρίζουμε για ’κείνον (για τις θέσεις του, τις απόψεις του κ.λπ.).
Προσωπικά πάντα σεβόμουν και λογάριαζα το πολιτικό αισθητήριο του Χάρρυ Κλυνν (ασχέτως αν συμφωνούσα 100%, λιγότερο ή και καθόλου με όσα έγραφε), όσο ακραία (αυτό) και να εκφραζόταν.