Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

κάτι για την Αυριανή του Γιώργου Κουρή, που πέθανε σήμερα

Η Αυριανή δεν μπορεί να πει κανείς ότι είναι γέννημα της κρίσης του ελληνικού Τύπου, είναι όμως φαινόμενό της. Δύο αδέρφια, που βρέθηκαν ξαφνικά με τα μέσα παραγωγής μιας εφημερίδας στον Ταύρο, επιχειρούν να βγάλουν το πρώτο ταμπλόιντ στην Ελλάδα. Τίτλος: Νέα Εφημερίδα (σ.σ. Μάιος 1978). Διευθυντής ο Μανώλης Γλέζος (σ.σ. !!). Εκδότης ο Γιώργος Κουρής. Θα εκδώσουν 25 φύλλα και θα την κλείσουν.
Μετά ένα χρόνο περίπου (σ.σ. σχεδόν δύο χρόνια - Μάρτιος 1980) θα εμφανισθούν στην αγορά με έναν άλλο τίτλο: Αυριανή. Στην αρχή η εφημερίδα θα πουλιέται από τους ίδιους. Η τιμή της 5 δραχμές, όταν οι άλλες εφημερίδες κόστιζαν 10. Το πρακτορείο ΔΕΝ δέχεται να την μοιράσει. Η μεγάλη απεργία των τυπογράφων τον Αύγουστο του 1980 θα κάνει αυτή την εφημερίδα να ριζώσει. Άλλη μια απεργία θα δημιουργήσει έναν εκδότη. Το Γιώργο Κουρή. Επί 40 μέρες η Ελλάδα θα μείνει χωρίς εφημερίδες. Η Αυριανή θα εκμεταλλευτεί αυτό το χρονικό διάστημα. Καταγγέλλει τους εκδότες ότι ενδιαφέρονται για τα συμφέροντά τους και όχι για τα δίκαια του λαού. Αναφέρεται στα δάνειά τους και παίρνει το μέρος των τυπογράφων. Κυνηγάει τη σκανδαλοθηρική είδηση. Κανείς δεν τη φοβάται. Όλοι οι “ειδικοί” των εφημερίδων πιστεύουν ότι όταν θα λήξει η απεργία θα εξαφανιστεί. Λάθος. Η Αυριανή ερεθίζει τον αναγνώστη, που δεν έχει μεγάλες απαιτήσεις για ευρεία ενημέρωση. Απευθύνεται στον απλό έλληνα πολίτη και του ικανοποιεί την καχυποψία. Σ’ έναν κόσμο τόσο απατηλό, σε μια χώρα όπου και ο “αεριτζής” πείθει με τη σοβαροφάνειά του, η δημοσιογραφική “τροφή” της Αυριανής βρίσκει θαυμαστές.(…) 
Η διατήρηση της Αυριανής σ’ αυτή την ελάχιστη τιμή οφειλόταν στο ότι, με την εξυπνάδα του εκδότη της, έχει κατορθώσει να περιορίσει το κόστος παραγωγής. Αυτό το έχει πετύχει με δύο μέτρα. Δεν έχει επαγγελματίες δημοσιογράφους, παρά ελάχιστους (σ.σ. έδωσε τα φώτα ο Κουρής...). Οι μισθοί που πληρώνει, δεν ξεπερνούν αυτούς που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις. Το υπόλοιπο συντακτικό προσωπικό είναι νέοι, που μαθητεύουν στην ίδια την εφημερίδα. Αν μείνουν αρκετό χρονικό διάστημα μπαίνουν στο μισθολόγιο με το βασικό μισθό, που δεν ξεπερνάει τις 35.000 δραχμές. Αν είναι στο στάδιο της μαθητείας εισπράττουν 6-7.000 δραχμές το μήνα, για τα έξοδα κίνησης τους.
Στον τομέα του τυπογραφείου η Αυριανή έχει καταργήσει το τμήμα παραγωγής της φωτοσύνθεσης χάρη σε μια εφεύρεση ενός έλληνα τεχνικού. Έχει συνδέσει ηλεκτρικές γραφομηχανές μ’ έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η σύνδεση έχει γίνει με μια προσαρμογή μιας συσκευής “μνήμης” σε κάθε γραφομηχανή. Οι εντολές που δίνει αυτός που γράφει στη γραφομηχανή μεταβιβάζονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, όπου γίνεται η επεξεργασία του κειμένου. Πριν γραφτεί το κείμενο μεταδίνεται με τα κατάλληλα πλήκτρα η ειδική εντολή (με κωδικό) στον υπολογιστή, για να το “τυπώσει” με τα τυπογραφικά στοιχεία που θέλει ο συντάκτης του. Ο υπολογιστής δίνει τις εντολές στον κατάλληλο εκτυπωτή (πρίντερ) και το κείμενο σε λίγο βγαίνει στο χαρτί.(...).
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΟΜΙΝΗΣ Η κρίση του ελληνικού Τύπου [Κάκτος, Αθήνα 1985]

LOSEN RECORDS νέες εκδόσεις της σημαντικής εταιρείας από τον ευρωπαϊκό βορρά

DALIA FAITELSON: Powered by Life [LOS 199-2, 2018]
Η Dalia Faitelson κάνει καριέρα στη Δανία, αλλά είναι γεννημένη στο Ισραήλ. Βασικά, είναι τραγουδοποιός και κιθαρίστρια, έχοντας ήδη ηχογραφήσει πάνω από δέκα άλμπουμ σε πολύ γνωστά ή και λιγότερο γνωστά labels (Storyville, Enja, Peregrina, Sundance, Double Moon). Το πιο πρόσφατο απ’ αυτά λέγεται “Powered of Life” και κυκλοφορεί, τώρα, για λογαριασμό της νορβηγικής Losen Records.
Τα τραγούδια της Faitelson δεν είναι ούτε pop, ούτε jazz. Ούτε κάτι άλλο πολύ συγκεκριμένο. Μπορεί να έχουν διάφορες αναφορές, όμως απέχουν παρασάγγας από κάτι σαφές και προδιαγεγραμμένο. Μπαλάντες είναι βασικά, ενορχηστρωμένες από την ίδια την Faitelson, για κιθάρες, πλήκτρα, τσέλο, μπάσο, ντραμς και κρουστά. Άλλα tracks μπορεί, μάλιστα, ν’ ακούγονται περισσότερο folk, άλλα ακόμη και blues, αλλά πιο… αβαντγκαρντίστικα, φυσικά και jazz – αν και εκείνο που βγαίνει πάνω απ’ όλα σε κάθε περίπτωση είναι οι δυνατές ρομάντζες με τα εντυπωσιακά παιξίματα και τις συνοδείες, βασικά, στο πιάνο. Ποιος είναι, όμως, ο πιανίστας; Ένα μεγάλο όνομα της δανικής σκηνής, ο Thomas Clausen. Ο Clausen, που ηχογραφεί από τα seventies κι έχει βρεθεί στο στούντιο με τους Bob Brookmeyer, Johnny Griffin και πολλούς ακόμη, έχει μεγάλη συνεισφορά στο “Powered by Life”, υπογραμμίζοντας κι αυτός από τη μεριά του μερικά εξαιρετικά κομμάτια, απ αυτά που ακούγονατι εδώ, όπως το “I believe in” ή το “Make a wish”.
STEINAR AADNEKVAM FREEDOMS TRIO: II [LOS 195-2, 2018]
Για το Freedoms Trio τού νορβηγού (ακουστικού βασικά) κιθαρίστα Steinar Aadnekvam έχουμε ξαναγράψει – για το πρώτο CD του από το 2016. Το τρίο, που συναποτελούν ο βραζιλιάνος μπασίστας Rubem Farias και ο μοζαμβικιανός ντράμερ και τραγουδιστής Deodato Siquir (αυτός ο τελευταίος είχε εμφανισθεί και στην Αθήνα, στο Γκάζι, στο euro-jazz του 2008), έχει τώρα ένα δεύτερο άλμπουμ ηχογραφημένο στη σουηδική πόλη Gotland, τον προηγούμενο Δεκέμβριο. Και σ’ αυτό το άλμπουμ το Freedoms Trio ασκείται επί μιας… world jazz, με πολύ συγκεκριμένες και οπωσδήποτε χωνεμένες εθνικές αναφορές (βραζιλιάνικες κυρίως, μα και ευρωπαϊκές).
Τώρα βεβαίως το… world jazz μπορεί να είναι ένας κάπως γενικότερος χαρακτηρισμός –το λέμε, γιατί αν ακούσει κανείς προσεκτικότερα θα διαπιστώσει και άλλες επιρροές, που αφορούν σε μια-δυο φορές στην πιο ντελικάτη pop ή και στο funk– φαίνεται όμως πως ως τέτοιος (ο χαρακτηρισμός) ανταποκρίνεται «μια χαρά» στο υλικό τού “II”.
Συνθέσεις γεμάτες, σίγουρα μελετημένες και άνευ συζητήσεως καλοπαιγμένες, από μια τριάδα που γνωρίζει άριστα τα σχετικά τερτίπια, ενσωματώνοντας, μάλιστα, με έμπνευση και τα φωνητικά (κατά τη βραζιλιάνικη παράδοση) στο όλον… πακέτο. Αυτή λοιπόν η συνθετική μαεστρία (και οι τρεις οργανοπαίκτες γράφουν υλικό), όπως και το δέσιμο που υφίσταται μεταξύ των μουσικών (έχουν περισσότερα από εκατό live στην Ευρώπη τον τελευταίο καιρό, όπως διαβάζω) βοηθούν στο να αναδειχθεί το “II” σε ένα από τα πιο ουσιαστικά άλμπουμ, αυτού του στυλ, που έφθασαν στ’ αυτιά μου τον τελευταίο καιρό.
SERGIO CASALE: Sciusciá [LOS 192-2, 2018]
Φλαουτίστας είναι ο Sergio Casale και σ’ αυτό το CD συνεργάζεται με τους Antonio Arietano κλαρινέτο και Sergio Fanelli βιόλα. (Το έχουμε γράψει και παλαιότερα πως η Losen έχει «άκρη» και στην Ιταλία, και πως από ’κει προέρχονται κάμποσες παραγωγές της). Τι συμβαίνει στο “Sciusciá”; Κάτι… ωραίον και πρωτότυπον. Οι Ιταλοί διασκευάζουν για αυτά τα τρία όργανα (φλάουτο, κλαρινέτο, βιόλα – έχουν και φωνές στο πρώτο και το τελευταίο, το δέκατο όγδοο, κομμάτι τους) κλασικές μελωδίες από τον κινηματογράφο τους. Ήτοι συνθέσεις των Ennio Morricone, Nino Rota, Fiorenzo Capri, Alessandro Cicognini, Giovanni Fusco και Domenico Modugno, που ακούστηκαν σε ταινίες των Pier Paolo Pasolini, Federico Fellini, Luigi Comencini, Vittorio de Sica, Michelangelo Antonioni, Mario Monicelli και Luchino Visconti.
Αν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο εδώ τούτο έχει να κάνει με τη συνεργασία τριών τόσο διαφορετικών οργάνων και κατά βάση με το μοίρασμα των ρόλων τους. Έτσι, ακούμε συχνά τη βιόλα σαν «ρυθμικό τμήμα», με το κλαρίνο και το φλάουτο να στέκονται περισσότερο στην απόδοση της μελωδίας. Βεβαίως, από τις ενορχηστρώσεις των Ιταλών διαφαίνεται ένα αρμονικό κενό, που «αναγκάζει» τα κομμάτια ν’ ακούγονται μερικές φορές κάπως επίπεδα – κάτι, πάντως, που δεν μειώνει σε τίποτα την προσπάθεια των τριών μουσικών να προβάλλουν, μέσα από τα παιξίματα, τη νοσταλγία τους για ένα είδος σινεμά που χάθηκε (και τις αντίστοιχες μουσικές του φυσικά) και βεβαίως τη διαχρονική ηχητική ομορφιά. (Όσον αφορά στο πρώτο συμβάλλουν και τα αυθεντικά ηχητικά αποσπάσματα των ταινιών, που σπέρνονται εδώ κι εκεί).
JOHN FAXE: I am Awake [LOS 190-2, 2018]
Και όμως John Faxe δεν είναι το ονοματεπώνυμο κάποιου μουσικού, αλλά μιας καινούριας νορβηγικής jazz μπάντας (με μέσο όρο ηλικίας των μελών της τα 28 χρόνια), την οποίαν αποτελούν οι Børge-Are S. Halvorsen τενόρο & σοπράνο σαξόφωνα, Martin Sandvik Gjerde πιάνο, Alexander Hoholm μπάσο και Henrik Håland ντραμς. Το “I am Awake”, που είναι μάλλον το πρώτο CD τού γκρουπ, είναι ηχογραφημένο τον Οκτώβριο του 2017 και περιλαμβάνει εννέα tracks (όλα πρωτότυπα). Απ’ αυτά τα εννέα tracks τα οκτώ ανήκουν στον Halvorsen, ενώ το ένα στον Gjerde.
Η jazz των John Faxe δεν μαρτυρά τον τόπο καταγωγής τους. Δεν είναι nordic δηλαδή με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Οι βασικές επαφές της είναι οι κλασικές υπερατλαντικές, με το swinging συχνά να επικρατεί – δίχως τούτο να σημαίνει πως εδώ δεν ακούγονται μπαλάντες (“Unspoken”) ή ακόμη και πιο σύγχρονα πράγματα, όπως funk για παράδειγμα (“Tajta jeans”). Η ουσία είναι, πάντως, πως στο “I am Awake” ο ακροατής θα βρει τα πάντα. Έξοχες συνθέσεις (“Gara”) με φοβερά σόλι (στο τενόρο από τον Halvorsen και στο πιάνο από τον Gjerde), θαυμάσιες στιγμές σοπράνου σαξοφώνου (ενός οργάνου που δεν το ακούμε τακτικά στις σύγχρονες παραγωγές, καθώς πάντα θα υπολείπεται του τενόρου και του άλτου, συχνά και του βαρύτονου), ομαδικό πνεύμα εν εξάρσει (στο “Tatja jeans”), αλλά και «προχωρημένα» tracks, σαν το 10λεπτο “Navigare necesse est”, που είναι ίσως το πιο συναρπαστικό κομμάτι του CD, με την εντυπωσιακή πιανιστική εισαγωγή, τις unison μουσικές γραμμές και τα αναπάντεχα δυναμικά σόλι.
Άξιο άλμπουμ, από μια ομάδα νεαρών Νορβηγών, που (ξανα)δείχνει το πολύ υψηλό τζαζ επίπεδο αυτής της σκανδιναυικής χώρας.
Επαφή: www.losenrecords.no

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

BLUES REVIVAL 45: WILL SHADE (1898-1966)

Τον Will Shade, που ήταν γνωστός και ως Son Brimmer, ένα από τα ιδρυτικά στελέχη των περίφημων Memphis Jug Band, τον ανακάλυψε το 1956 ο Sam Charters, μαζί με τους επίσης βετεράνους jug band performers Charlie Burse και Gus Cannon – τους οποίους και θα οδηγήσει όλους μαζί στο στούντιο προκειμένου να ηχογραφήσουν. Αυτές οι ηχογραφήσεις θα εμφανισθούν σ’ ένα LP-συλλογή της Folkways το 1957 κάτω από το όνομα των Memphis Jug Band (το LP είχε τίτλο “American Skiffle Bands” και συμμετείχαν επίσης σ’ αυτό οι Cannons Jug Stompers και οι Mobile Strugglers).
Τον Will Shade συναντάμε επίσης στο κλασικό άλμπουμ του Gus Cannon Walk Right In” στην Stax το 1963, στο οποίον έπαιζε jug, όπως επίσης και σ’ ένα split LP, με τους Fury Lewis και Sleepy John Estes, που κυκλοφόρησε το 1971 στη βρετανική Revival. Εκδόσεις με τραγούδια του υπάρχουν φυσικά και από τα eighties και μετά…
Δισκογραφία (επιλογή) 
1. American Skiffle Bands – Folkways FA 2610 – 1957 (συλλογή 
2. Old Original Tennessee Blues – UK. Revival R.V.S. 1008 – 1971 (rec. 1963 & 1967, Memphis) 
3. 1961 / with friends at a private party in Memphis, Tenn. – AUS. Document DLP 561 – 1989 (ως Will Shade & Gus Cannon)

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΖΑΖ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ 1961-2013

Πριν πέντε χρόνια τέτοια εποχή (ήταν Απρίλης του 2013 – και μάλιστα προχωρημένος Απρίλης, κοντά στις 20) είχε κυκλοφορήσει μέσω του Jazz & Τζαζ (ήταν το επετειακό τεύχος 241, για τα 20 χρόνια του περιοδικού) το βιβλίο μικρού σχήματος και 144άρων σελίδων Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΖΑΖ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ 1961-2013.
Θυμάμαι πως όταν μάζευα αυτά τα άλμπουμ για να μπουν στο βιβλίο (τίτλους, εταιρείες, κωδικούς κ.λπ.) δεν υπήρχε ουσιαστικά καμμία συγκεντρωτική, σχετική, βάση δεδομένων (όσες υπήρχαν, που ήταν 15 και 20 χρόνια παλιές, είχαν άλλη λογική και άρα πολλές ελλείψεις) κι έτσι ξεκίνησα σχεδόν από το μηδέν, για να μαζευτούν εκείνοι οι 850+(!) τίτλοι (LP, CD, singles), που μπήκαν τελικά στo βιβλίο (μαζί με τις 250 περίπου έγχρωμες φωτογραφίες εξωφύλλων).
Μνημειώδης έκδοση για τη δική μας... jazz + τζαζ δισκογραφία, που θα αποτελεί πλέον οδηγό, για όποιον θελήσει να την πάει παραπέρα.
Προσωπικά, συνέχισα να καταγράφω δίσκους και για τα επόμενα δυο-τρία χρόνια, αλλά μετά βαρέθηκα. Μπορεί όμως να ξεβαρεθώ καμμιά φορά και να ξανασυνεχίσω…